Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Τα Απόρρητα του Ζώντος Πυρός

kaviria-20111129 




Περί τα μέσα του 1ου αι. π.Χ. εις την πόλιν των Αθηνών ήκμαζε ένας διακεκριμένος φιλόσοφος ο Αμμώνιος, που είχε αναλάβει την εκπαίδευση πλειάδας επιμελών και γεμάτων από ανησυχίες νέων. Δίδασκε βάσει των αρχών της Ακαδημίας. Μεταξύ των καλύτερών του μαθητών, δια τον οποίον και δικαίως υπερηφανεύετο και τον οποίον συχνά προέτρεπε να εμφανισθεί δημόσια και να ομιλήσει, συγκατελέγετο ο εκ Χαιρωνείας Πλούταρχος, υιός του Νικάρχου και εγγονός του Λαμπιρίου.


Όπως οι πλείστοι των σοφών της Ελλάδος, ο Πλούταρχος μετέβη εις Αίγυπτον, ως προσκυνητής εις την κλασσικήν γην της μυήσεως και του εσωτερισμού· την οποίαν, αφ΄ου εμυήθη εις την μεγάλην ερμητικήν παράδοσιν, εγκατέλειψε και επέστρεψε στην πατρίδα του. Οι συμπολίται του, έκθαμβοι από τα μεγάλα πνευματικά του χαρίσματα και την ευγλωττία, τον απέστειλαν με ειδικήν αποστολήν εις Ρώμην. Αφιχθείς εις την πόλιν των αυτοκρατόρων, έμελλε να παραμείνει εκεί επί 25ετίαν περίπου, διανέμων τον χρόνο του μεταξύ της υπερασπίσεως των συμφερόντων των συμπατριωτών, της μελέτης και της διδασκαλίας της φιλοσοφίας.
Όταν επέστρεψεν εις Βοιωτίαν, οι συμπολίται του τον τίμησαν με το αξίωμα του άρχοντος και επιθεωρητού των δημοσίων κτιρίων – οι δε Αθηναίοι τον ονόμασαν επίτιμο δημότη των και τον εξέλεξαν αρχιερέα του εν Δελφοίς μαντείου του Απόλλωνος. “Αγαπώ”, έλεγε, “την μικράν μου πατρίδα, κατοικώ δε αυτήν, ίνα μη η απουσία μου την καθίστα έτι μικροτέραν”.
Ο βίος του Πλουτάρχου ηναλώθη έκτοτε εις την εκτέλεσιν όλων των οικογενειακών και πολιτικών του καθηκόντων, εις την αναθεώρησιν των αναριθμήτων του παρατηρήσεων και εις την σύνταξιν των “παραλλήλων βίων”, ως και των πολυαρίθμων του ηθικών μονογραφιών – έργα τα οποία εξόχως συνέβαλαν εις την φήμην του.
Εις το “περί ενυπνίων” έργον του ο Αρτεμίδωρος διηγείται ότι, ολίγον προ του θανάτου του, ο αγαθός Χαιρωνεύς είδε καθ’ ύπνον τον θεόν Ερμήν τον ψυχοπομπόν να τον οδηγή εις τους ουρανούς, προς το θείον φως: λίγες ημέρες μετά, μια μεγάλη ψυχή επανέκαμψεν ούτως, ηρέμα, εις την αληθή της πατρίδα.
Επιθυμών να αποσπάσει τους ομοίους του από κάθε ματαίαν περιέργειαν και, αντιθέτως, να τους ανυψώσει προς τις πνευματικές αλήθειες, έλεγε: “εάν αισθάνεστε την ανάγκη να πετάξετε προς το θείον, παρατηρήσατε τα θαυμάσια του ουρανού και της γης…”. Ολόκληρη η σοφία του εγκρύπτεται εις τούτο!
Εκείνο όμως που προέχει, δεν είναι απλώς να βλέπουμε αλλά να παρατηρούμε διεισδυτικώς. Να μπορούμε να διακρίνουμε. Ήτοι: “πασών των αρετών η διάκρισις μείζων “. Να θαυμάζουμε, να διαλογιζόμεθα… να μπορούμε να διαβάζουμε το μέγα βιβλίον της ζωής, της εκδηλωμένης, δηλαδή, φύσεως, χωρίς λάθη, τελικώς. Τούτο και αποτελεί την πρώτην, την αγνοτέραν των αποκαλύψεων… να έχουμε οφθαλμούς, διά να βλέπουμε και να μη είμεθα ωσάν τους τυφλούς. Σου αρκεί να ανυψώσεις τους οφθαλμούς και θα ιδείς τον ουρανόν. Αυτό είναι το ουσιωδέστερον, παρ’ όλην του την απλήν διατύπωσιν, μυστικόν του Πλουτάρχου.
Οι αρχαίοι έτρεφον μεγίστην υπόληψιν προς τα τέσσερα βασικά στοιχεία, τα οποία κατά τον Εμπεδοκλήν αποτελούν τις τέσσερις ρίζες της εκδηλώσεως του κόσμου.
Εις τα “συμποσιακά προβλήματα” ο Πλούταρχος εμελέτησεν ιδίως το πρώτον των στοιχείων, τον ηγεμόνα αυτών, το πυρ. Εις την πρώτην παράγραφον μας διδάσκει τα ακόλουθα:
“Λόγω της ομοιότητος του πυρός προς το άσβεστον πυρ, οι αρχαίοι δίσταζαν να σβήνουν οιανδήποτε φλόγα. “Υπάρχουν”, λέγει ο Καισέρνιος, “δυο είδη θανάτου – τόσον διά το πυρ, όσον και διά τον άνθρωπον: είτε σβέννυται βιαίως, είτε αποθνήσκει κατά το μάλλον ή ήττον κατά φυσικόν τρόπον. Και καθ’ όσον μεν αφορά εις το Ιερόν πυρ, οι δυο αυτοί τρόποι της φθοράς του παρεμποδίζονται διά της συνεχούς τροφοδοσίας του. Όσον όμως αφορά εις το άλλο, αυτό το αφήνουν να αποθάνη μόνον του, χωρίς ενάσκησιν βιας”. Και προσθέτει: “πράγματι, τίποτε δεν ομοιάζει προς εν έμψυχον ον, όσον το πυρ. Κινείται και τρέφεται αφ’ εαυτού. Όπως δε η ψυχή μας, κάνει όλα τα πράγματα να ακτινοβολούν εις το φως διά της φλογός του. Όταν δε το κάμνουν να σβεσθή, εμφανίζεται να κέκτηται ισχύν ουχί άμοιρον ζωτικότητος: βοά, ομιλεί και αμύνεται εαυτού, όπως ακριβώς εν έμψυχον ον το οποίον βιαίως θνήσκει και φονεύεται”.
Και εμβαθύνει περαιτέρω εις το ζήτημα διά των εξής διαπιστώσεων: “διατί εις την Ρώμην δεν σβήνουν ποτέ μίαν λυχνίαν αλλά την αφήνουν να σβεσθή μόνη της;”.
Απαντών εις το ερώτημα τούτο, προσεπιλέγει:
1. Η φλόγα είναι συγγενής του πυρός και αδελφή του ασβέστου και αθανάτου πυρός.
2. Είναι τούτο σύμβολον του ότι δεν πρέπει να καταστρέφεται και να φονεύεται εν έμψυχον ον εφ’ όσον δεν βλάπτει.
3. Όταν καταστρέφη κανείς το πυρ, το ύδωρ ή άλλο τι αναγκαίον διά τους άλλους, βλάπτει εν τη πραγματικότητι τον πλησίον του, διότι αποστερεί αυτόν εκείνου του στοιχείου”.
“Η λυχνία”, γράφει, “είναι η εικών της εις το σώμα περιεχομένης ψυχής. Η φωτίζουσα φλοξ την αναπαριστά, εκθάλπουσα ένδοθεν της λυχνίας. Ούτω πρέπει και η ψυχή μας να παραμένει εν εγρηγόρσει, ενσαρκούσα το συνετόν και φρόνιμον – και ουδέποτε να παραπείθεται και να αποσβέννυται. Εκ σεβασμού προς την αρχήν ταύτην, οι Ρωμαίοι μάντεις, τους οποίους πρότερον μεν εκάλουν αυσπικας (haruspex), σήμερον δε καλούσι αυγουρας (augures), ώφειλον να κρατούν τους λύχνους των ηνεωγμένους και ουδέποτε να επιθέτουν πώμα επ’ αυτών”.
Από τα τρία αυτά αποσπάσματα συνάγουμε τα εξής πορίσματα:
1. Κατά τον Πλούταρχον υπάρχει εν αθάνατον πυρ. Πολλοί από τους αρχαίους Έλληνες, ως και σχεδόν από όλους τους αδελφούς αρίους λαούς, το προσωποποιούν με τον ήλιον.
2. Το επίγειον πυρ συγγενεύει με το ουράνιον. Παραγόμενον από τους ανθρώπους, είναι η εικών του αιωνίου πυρός. Όπως αυτό, είναι και εκείνο εμψυχον και φέρει το όνομα “Ιερόν πυρ”, εφ’ όσον καίει εντός ναού διαρκώς, εκδηλούν την θείαν παρουσίαν.
3. Το ιερόν πυρ ουδέποτε πρέπει να σβήνει αλλά να συντηρείται αγρύπνως.
4. Οιονδήποτε άλλο πυρ, υπό ανθρώπων συντηρούμενον, το οποίον δεν ευρίσκεται εις ιερόν μέρος, είναι επίσης έμψυχον και ζων. Δεν πρέπει να σβέννυται δια της βίας ή δια της εκπνοής αλλ’ αφ’ εαυτού.
5. Το πυρ είναι επίσης συμβολον της ψυχής αυτής, της πάντοτε αγρυπνούσης αρχής, η οποία διαρκώς ζωογονεί το σώμα μας.
Οι Πέρσαι, μάλιστα, εθεώρουν έγκλημα το να αφήσουν να σβεσθή πυρ εξ αμελείας. Εάν εσβέννυτο με ύδωρ, προεξενείτο πόλεμος μεταξύ δυο εξ ίσου ιερών στοιχείων. Δι’ αυτό κι εν περιπτώσει πυρκαγιάς δεν μετεχειρίζοντο ύδωρ αλλ’ άμμον, λίθους και κεράμους. Ούτε δ’ επετρέπετο να μολύνει κανείς το πυρ με την πνοήν που εξέρχεται από το στόμα. Εθεώρουν δε μεγάλην ιεροσυλίαν την τροφοδότησιν του πυρός με χλωρά ξύλα, καθ’ ότι δι’ αυτών παρήγετο περίσσεια καπνού, δυναμένου να συσκοτίση την λάμψιν του.
Ακόμη και σήμερα δεν έχει εξαλειφθεί αυτή η παράδοσις. Η καθολική εκκλησία, έχουσα διατηρήσει διάφορα εσωτερικά μυστικά μεγίστης σημασίας, καθιέρωσε υποχρεωτικώς το αείζωον φως προ του βωμού των μυστηρίων εις όλους τους ναούς και τα παρεκκλήσια.
Το πυρ δεν είναι όμως μόνον εν ον δικαιούμενον του σεβασμού μας: ομιλών περί των καθαρτικών ιδιοτήτων του πυρός, ο Πλούταρχος μας αποκαλύπτει μιαν άλλην μυητικήν του πλευράν: εκ φύσεως το πυρ έχει μίαν κατ’ εξοχήν καθαρτικήν ιδιότητα, την οποίαν μάλιστα πολλοί τύποι αξιοποιούν – όπως η εορτή των armi-lustrium εν Ρώμη, οι θρησκευτικές τελετές του φρυγικού θεού Άττυος, του οποίου η λατρεία εκομίσθη διά των καρχηδονιακών πολέμων, καθώς και οι ηλιακές-πατριαρχικές εορτές των ινδοευρωπαϊκών εθνών, απ’ άκρου εις άκρην της υφηλίου, κατά τα ηλιοστάσια.
Το βάπτισμα του πυρός συνεπλήρωνε και ολοκλήρωνε την πράξιν του καθαρμού διά του προηγουμένου βαπτίσματος δι’ ύδατος. Μέρος ιεράς τελετής, κατά την οποίαν το πυρ διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλον, είναι επίσης η παράδοσις του κεριού ενός διδασκάλου εις ένα μαθητήν, ενός αρχηγού εις τον διάδοχον του, ενός αθλητού εις τον νικητήν του.
Εις την δύναμιν του πυρός ανήκεν, επίσης, η αρχαία τελετή της λιτανείας, κατά την οποίαν όλοι οι μετέχοντες εκράτουν είτε λυχνίαν ή μιαν δάδα αναμμένην. Πρόκειται περί αρχαίας παραδόσεως.
Δεν εξαντλείται, όμως, εδώ η ισχύς του πυρός, διότι θεωρείται και ικανόν να αποτρέπει κάθε αρνητικήν επιρροήν, να εξουδετερώνει όλες τις εντροπιακές δυνάμεις, κάθε συσκοτισμόν των καρδιών και του πνεύματος. Διά τούτο η παρουσία του, αδιάφορον εις τίνα βαθμόν, είναι η αρίστη προστασία κατά των επιβλαβών επιδράσεων – ιδία δε κατά της διαβολής.
Τέλος το πυρ αποτελεί υποχρεωτικόν τμήμα κάθε θεουργικής πρακτικής, καθ’ ότι πάντοτε πρέπει να ευρίσκεται κερί αναμμένον επί του βωμού. Συμπληρώνει δε και ευνοεί την πνευματικήν ακτινοβολίαν της προσευχής: όθεν και η ευσεβής συνήθεια να ανάπτονται κεριά προς τιμήν του ενός ή του άλλου αγίου αποβλέπει εις την επικουρικήν του ενέργειαν προς επίνευσιν της θείας χάριτος. Μια λειτουργία χωρίς κεριά είναι ακατανόητος, ένας ναός χωρίς φως είναι πράγμα αδύνατον, γιατί θα αποσπούσε από την τελετή κάθε αξία και θα παράλλασσε και αυτήν την ύλην, καθ’ ότι θα την αποστέρει του σπουδαιοτάτου στοιχείου (φωτός), ως φορεύς του οποίου αναβαθμίζεται. Πόσο λυπηρό, ψεύτικο και χαρακτηριστικό, αλήθεια, μαρτύριον κηβδιλότητος συνιστά το ότι οι περισσότεροι χριστιανοί ορθόδοξοι «ιερείς» εθέσπισαν την χρήσιν ηλεκτρικών λαμπτήρων αντί κηρίων … μετερχόμενοι ούτω νεκρόν, εικονικόν πυρ – μιαν απομίμησιν πυρός.
Το πυρ δεν είναι απλό βοηθητικό μέσον ή κενόδοξον δείγμα τιμής, ούτε απλή ανάμνησις του πνευματικού φωτός! είναι ο σύνδεσμος μεταξύ “άνω” και “κάτω”, σε όλες τις αρχαίες θρησκείες, οι οποίες αντελήφθησαν πολύ καλά το γεγονός τούτο – διό και εφρόντιζον να το διατηρούν άσβεστον, εκ φόβου μη διακοπή η συζευγνύουσα γέφυρα (πόντος) μεταξύ ουρανού και γης, η σύζευξις του θείου μετά της χώρας (πολιτείας).
«τα απόρρητα του Άδου»
Ο Πλούταρχος απέδωσε, εις όλα τα έργα του, προεξάρχουσαν θέσιν εις το ενδιαφέρον πρόβλημα της ανθρωπίνης ψυχής και των πεπρωμένων της.
Εις το πυρφόρον έργον του το αφιερωμένον εις την ανασκευήν των επικουρείων αντιλήψεων, επιτίθεται σθεναρώς κατά των υλοφρόνων, οι οποίοι διδάσκουν ότι τα πάντα τελειώνουν με τον αφανισμόν του σώματος, αντιτιθέμενοι ούτως εις τον πλατωνισμόν.
“Θα ήτο σκληρόν”, λέγει ο Πλούταρχος, “να καταργήσωμεν τας (πνευματοκρατικάς) αντιλήψεις του Πλάτωνος, που παρηγορούν τους ζώντας διά την απώλειαν των προσφιλών των και τους παρέχουν πληροφορίας περί του ιδίου του πεπρωμένου. Είναι ως να προκαλούμεν δις τον θάνατον των ανθρώπων, εφ’ όσον διηνεκώς τους επαναλαμβάνωμεν ότι η εκμηδένισις, αντί της αιωνιότητος, θα είναι ο κλήρος των “.
Φιλόσοφος και Αρχιερεύς, ανεκάλυψε και υπενθύμισε τα πραγματικά μυστικά -υποχρεούμενος όμως, ως μεμυημένος, να τηρήση σιγήν επ’ αυτών, συνεκάλυψε τας σχετικάς με τα πλέον εμπιστευτικά απόρρητα πληροφορίας του υπό τον πέπλον θρησκευτικών μύθων. Εμιμήθη κατά τούτο τον πνευματικόν του διδάσκαλον Πλάτωνα, όστις επίσης διά της αυτής μεθόδου απεκάλυψε πολύτιμα μυητικά μυστικά.
Διά της ατραπού του συμβολισμού, απεκαλύφθησαν μεγάλαι αλήθειαι εις τους ανθρώπους : “ο μύθος”, λέγει ο Πλούταρχος, “είναι ένα σπασμένο κάτοπτρον της αληθείας, όπως το ουράνιον τόξον είναι η αντανάκλασις του φωτός του ηλίου, του οποίου αι ακτίνες διαθλώνται εντός των νεφών. Από τον σπασμένον, όμως, αυτόν καθρέπτην μας είναι δυνατόν να συγκεντρώσωμεν τα θραύσματα, να τα συνάψωμεν και να ανασυνθέσωμεν την αρχικήν εικόνα. “.
Τα σύμβολα, πράγματι, έχουν τον χαρακτήρα της προφανεστέρας παγκοσμιότητος: διδάσκουν παντού και πάντοτε την αυτήν διδασκαλίαν. Και προσθέτει ο Πλούταρχος: “τα μεν σκοτεινότερον, τα δε σαφέστερον, οδηγούν όλα μαζί την νόησιν του ανθρώπου προς τα θεία ζητήματα”.
Χάρις εις τρεις πολυτίμους διατριβάς, μας εκληροδότησεν επί των μεγάλων τούτων προβλημάτων απαντήσεις επακριβείς.
H ψυχή μας είναι ηλιογενής. Ο αριθμός των ψυχών είναι αμετάβλητος, πραγματοποιούν δ’ αυταί διηνεκώς το μεταξύ ουρανού και γης ταξείδιον. Το πεπρωμένον των ομοιάζει προς εκείνο των σταγόνων της βροχής. Ευρίσκονται υψηλά εις τον ουρανόν αλλά, πίπτουσαι επί της γης, δοκιμάζουν ποικίλας τύχας. Αι μεν, εισερχόμεναι εις την γην, καθαίρονται, εξέρχονται δ’ αύθις εξ αυτής υπό μορφήν ψυχρού και διαυγούς ύδατος πηγής, φθάνουσαι μέχρι του ωκεανού· και όταν αναχθούν εις την κορυφήν των κυμάτων, απορροφώμεναι υπό του ηλίου επανακάμπτουν εις τον ουρανόν, την πρωταρχικήν των πατρίδα. Άλλαι πάλιν, συλλεγόμεναι υπό των ανθρώπων εισάγονται εντός δοχείων, τα οποία τας φυλακίζουν επί τινα χρόνον – ή απελευθερούνται αμέσως διά του βρασμού. Πλην, άπασαι αι σταγόνες αποπερατώνουν, θάττον ή βράδιον, το γήινον ταξείδιόν των, επανέρχονται εις την ουράνιον κατοικίαν των, μεθ’ ο επαναρχίζουν εκ νέου τον οδυνηρόν των περίπλουν. Είναι αι αυταί σταγόνες ύδατος που πηγαίνουν και έρχονται: διότι ουδέν γεννάται και ουδέν απόλυται εν τη φύσει.
Εις τον υποσεληναίον μας κόσμον, ο ήλιος, ζώσα εικών της θεότητος, παίζει τον ρόλον του μεγάλου σπορέως των ψυχών, εκπέμπων τα σπέρματα προς την γην, όπου και ενσαρκούνται.
Mόνον όμως το υψηλότερον μέρος της ψυχής, ο νους, είναι ηλιακής καταγωγής, εκ φύσεως αθάνατος – όστις, προερχόμενος εκ του ηλίου θα επανέλθη μιαν ημέραν εις αυτόν. Η κάθοδος αυτή της ψυχής χρησιμοποιεί ως όχημα τας ηλιακάς ακτίνας. Αυταί προβάλλονται επί της σελήνης, η οποία τας αποστέλλει προς την γην.
Η διέλευσις αυτή διά της σελήνης είναι απαραίτητος: διότι ο νους, οφείλει να δεχθή αστρικόν περίβλημα, την ψυχήν – είδος αιθερικού ειδώλου, πεπροικισμένου μετ’ ευαισθησίας και κινητικότητος – μετά του οποίου θα σχηματίση, ως και με το σαρκικόν σώμα, την πλήρη και ολοκληρωμένην προσωπικότητα του ανθρώπου.
Και ο Πλούταρχος μας εμπιστεύεται σχετικώς με την τριαδικότητα αυτήν του ανθρώπου τα εξής: ο ήλιος, η σελήνη και η γη είναι επομένως τα αληθή συστατικά του: Ο ήλιος μας παρέχει τον νουν, όστις εξασφαλίζει εις τον άνθρωπον νόησιν και λογικήν. Η σελήνη μας δίδει την ψυχήν, έδραν της αισθητικότητος και της ευαισθησίας. Η γη μας δανείζει μόνον το υλικόν υποστήριγμα, το σώμα· αυτός είναι ο άνθρωπος: μια τριαδικότης – εν πνεύμα, εξυπηρετούμενον υπό κινητικής ευαισθησίας και εγκεκλεισμένον εις το σώμα.
Μόνον ο νους είναι αθάνατος. Επιβιώνει του πρώτου θανάτου, όστις σημαίνει την φθοράν του υλικού σώματος – και κατά του δευτέρου θανάτου, όστις είναι η φθορά της ψυχής και έπεται του πρώτου. Διά του πυρός του πνεύματός μας παραμένομεν συνεχώς συνδεδεμένοι με το ουράνιον πυρ, με την αθάνατον αρμονίαν.
“Το σώμα, προελθόν εκ της γης, παραμένει επ’ αυτής. Ο νους, το πνεύμα, περιβεβλημένος το λεπτοφυές ένδυμά του, την ψυχήν, επανέρχεται εις τον ήλιον αφ’ ου διέλθη διά της σελήνης, όπου θα αποθέση το φωτεινόν και ευαίσθητον ένδυμά του”.
Τι όψιν παρουσιάζει η αναπεπταμένη αυτή ψυχή; μια λεπτομέρεια αξιοπαρατήρητος, την οποίαν ήδη ο Πλάτων μας εγνώρισεν: κάθε ψυχή εμφανίζεται με αποτυπωμένα τα γήινα ελαττώματα της, διότι ταύτα αφήνουν ουλάς και κηλίδας ανεξαλείπτους. Δεν χρειάζεται, άρα, ουδεμία “εξομολόγησις της ψυχής” κατά την στιγμήν της κρίσεως ενώπιον του ουρανίου Κριτού, ουδεμία «ομολογία» των αμαρτημάτων – διότι ταύτα παρουσιάζονται αυτομάτως προ του οφθαλμού της κρίσεως.
Επί πλέον αι εν λόγω απεσαρκωμέναι ψυχαί δεν αφήνουν σκιάν όπισθεν των, διότι η παρουσία σκιάς χαρακτηρίζει μόνον τους ζώντας , τους οποίους η ύλη συσκοτίζει.
Εάν τις διορατικός τας παρατηρήση, θα σημειώση ότι “ο οφθαλμός των δεν παίζει”. Αυτό είναι ένα από τα πυθαγόρεια μυστικά, διά του οποίου και δυνατόν να επαληθευθή εάν τα οράματα τα οποία εν ονείρω δεχόμεθα αναφέρονται εις ζώντας ή τεθνεώτας: ο οφθαλμός των πρώτων είναι ευκίνητος, εν ω ο των δευτέρων ακίνητος.
Είναι φυσικόν να εμφανίζεται το ερώτημα, εάν και κατά πόσον αι ψυχαί αναμιμνήσκονται τα περιστατικά τα οποία συνετέλεσαν, διαρκούντος του εν τω υλικώ σώματι βίου των, εις την δημιουργίαν της προσωπικότητός των. Ο Πλούταρχος απαντά καταφατικώς: «λόγω της απελευθερώσεως των εκ της ύλης, εκτυλίσσονται, αποκτώσαι πλήρη ελευθερίαν και ισχύν.» Είναι και τούτο παλαιά πυθαγόρειος άποψις.
Και πρέπει τούτο να συμβαίνει – διότι, εάν η άποψις του Αριστοτέλους ήτο αληθής, εάν δηλαδή από τον φυσικόν θάνατον δεν υπελείπετο παρά μόνον μια ψυχή εστερημένη μνήμης και ευαισθησίας, ανίκανος να γνωρίση και να διαισθανθή, εάν δεν διεσώζετο από το ανθρώπινον ναυάγιον παρά εν είδος ανωτέρας αρχής, πως είναι δυνατόν να συλλάβωμεν τον εξισορροπιστικόν μηχανισμόν της κρίσεως της ψυχής; η κρίσις είναι αναπόσπαστος από την έννοιαν της θείας δικαιοσύνης και της παγκοσμίου αρμονίας, είναι αναγκαία διά την ηθικήν τάξιν του κόσμου και απαραίτητος προϋπόθεσις διά την καλήν λειτουργίαν παντός υπαρκτού. Χωρίς αξιολόγησιν των πράξεων δεν υπάρχει δικαιοσύνη – και χωρίς δικαιοσύνην δεν μπορεί να νοηθή θεότης.
Το ότι ο Πλούταρχος διδάσκει μιαν κρίσιν σύμφωνον προς τας γνώμας των πυθαγορείων και του Πλάτωνος, συνεπάγεται ότι η αποχωρισθείσα ψυχή ουδέν ουσιώδες απώλεσεν, ούτε από την πείραν του κόσμου, ούτε από την προσωπικήν της μνήμην.
Ο θεός, αφ’ ετέρου, κατ’ Αριστοτέλην, κινεί μεν όλον τον κόσμον αλλά δεν τον εδημιούργησεν, διότι και εκείνος είναι αιώνιος ως αυτός. Παραμένει δε περιέργως στεγανώς απ’ αυτού διακεκριμένος. Τον αγνοεί συστηματικώς, ως αντικείμενον εκτός της αντιλήψεώς του. Ο κόσμος, αι ψυχαί, οι άνθρωποί του είναι διά παντός αποκεκλεισμένοι – και εάν συμπωματικώς παράγη την τάξιν και την αρμονίαν του κόσμου, το πράττει χωρίς να τον βλέπη και χωρίς να τον γνωρίζη.
Αντιθέτως προς μιαν τόσον περιοριστικήν σύλληψιν, ο Πλάτων διδάσκει ότι ο θεός και ενδιαφέρεται διά τους ανθρώπους διαρκούντος του βίου των, όσον και εξασφαλίζει εις αυτούς αμοιβάς ή κυρώσεις εν τω αοράτω κόσμω. Ο Πλούταρχος επιβεβαιώνει εξ ολοκλήρου τις περί της κρίσεως αντιλήψεις του Πλάτωνος. Αι ψυχαί παρουσιάζονται και κρίνονται. Εκείναι αι οποίαι τιμωρούνται καθίστανται και πάλιν φωτειναί, ευθύς ως εκτίσουν την επιβληθείσαν ποινήν: τότε πλέον κάθε ίχνος των προηγουμένων των σφαλμάτων έχει απαλειφθή. Μερικαί, όμως, ούσαι ανίατοι, υποχρεούνται να αναδράμουν ενσαρκούμεναι και εις σώματα ζώων, διερχόμεναι διά μυρίων δοκιμασιών κατά την νέαν των ύπαρξιν. Καταλαμβάνονται τότε από ακατάσχετον επιθυμίαν προς γένεσιν – οπότε βυθίζονται μέσα εις μιαν τεραστίαν άβυσσον, την λήθην, η οποία τους υπομιμνήσκει δελεαστικώς την σαρκικήν ζωήν και τους βαραίνει με μιαν ιδιάζουσαν υγρότητα. Τότε αμέσως καταπίπτουν επί της γης.
Ο Πλούταρχος ομιλεί και περί του προσώπου του θεού, της αφάτου εκείνης παρουσίας, της οποίας ο φυσικός ήλιος δεν αποτελεί παρά ασθενή ανταύγειαν επί των αισθήσεών μας. Όμως, αφ’ ενός σημείου και επέκεινα τηρεί σιγήν, συμμορφούμενος προς το αρχαίον “άκουσμα” των πυθαγορείων, το οποίον ασφαλώς είχεν εμπεδώσει ο σοφός χαιρωνεύς : “λάτρευε εν σιγή!”.
Δεν εξαντλείται, όμως, εδώ η ισχύς του πυρός, διότι θεωρείται και ικανόν να αποτρέπη κάθε αρνητικήν επιρροήν, να εξουδετερώνη όλες τις εντροπιακές δυνάμεις, κάθε συσκοτισμόν των καρδιών και του πνεύματος. Διά τούτο η παρουσία του, αδιάφορον εις τινα βαθμόν, είναι η αρίστη προστασία κατά των επιβλαβών επιδράσεων – ιδία δε κατά της διαβολής.
Συμπληρώνει δε και ευνοεί την πνευματικήν ακτινοβολίαν της προσευχής: όθεν και η ευσεβής συνήθεια να ανάπτωνται κεριά προς τιμήν του ενός ή του άλλου αγίου αποβλέπει εις την επικουρικήν του ενέργειαν προς επίνευσιν της θείας χάριτος. Μια λειτουργία χωρίς κεριά είναι ακατανόητος, ένας ναός χωρίς φως είναι πράγμα αδύνατον, γιατί θα αποσπούσε από την τελετή κάθε αξία και θα παρήλλασσε και αυτήν εισέτι την ύλην, καθ’ ότι θα την απεστέρει του σπουδαιοτάτου στοιχείου (φωτός), ως φορεύς του οποίου αναβαθμίζεται.
Πηγή: ηλ.τα.
.-Περισσότερα: http://www.schizas.com
 http://www.hellenicway.com/history/%CF%84%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B6%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%82-%CF%80%CF%85%CF%81%CF%8C%CF%82/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου